Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Είναι εφικτή μια ενδογενής παραγωγική ανασυγκρότηση;



του Ανδρέα Κυράνη 

Πού στηρίζεται η "απεγνωσμένη αισιοδοξία" μας για την ευόδωση ενός τέτοιου εγχειρήματος σε αυτή την πολύ δύσκολη τοπική και διεθνή συγκυρία; Στη ρεαλιστική δυνατότητα συναίσθησης, αφύπνισης και σύνθεσης δύο υπαρκτών δυναμικών πεδίων που συνιστούν ταυτοτικά χαρακτηριστικά του λαού και του τόπου μας. Το πρώτο είναι το πεδίο του ιστορικού τεχνικού μας πολιτισμού και το δεύτερο είναι εκείνο της δυναμικής παρουσίας της νεότερης γενιάς της χώρας σε όλα τα πεπραγμένα του σύγχρονου ψηφιακού κόσμου. 
Το ύψιστο ζητούμενο της συγκυρίας είναι η συμφιλίωση και σύνθεση αυτών των δυο αντιθετικών μεταξύ τους κόσμων, στην κατεύθυνση της συγκρότησης μιας εναλλακτικής παραγωγικής πραγματικότητας, ικανής να ανατρέψει μια κυρίαρχη σήμερα παρασιτική συνθήκη.

Ένα εθνικό σχέδιο εφαρμογής για την επίλυση αυτού του ζητήματος είναι το μόνο που διατυπώνει μια δική μας συγκροτημένη εναλλακτική παραγωγική πρόταση προς τη διεθνή κοινότητα, και την Ευρώπη αν θέλετε, με όρους αμοιβαίας ωφέλειας. 
Ένα διαπραγματευτικό χαρτί με όρους αμοιβαιότητας. 
Την ίδια στιγμή που αδυνατεί σαν μοντέλο να καλύψει ολοκληρωτικά το σύνολο μιας παραγωγικής πραγματικότητας, προσδιορίζει με σαφήνεια ένα από τα ελάχιστα παραγωγικά πεδία που θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε κάλλιστα με απολύτως ενδογενείς όρους. 
Η Ελλάδα, στα πλαίσια μιας τέτοιας πρότασης, θα μπορούσε να είναι το εκκολαπτήριο καινοτομικών τρόπων παραγωγικής συγκρότησης με διεθνή αξία εφαρμογής. Δυστυχώς, σε αυτό το σημείο είμαστε ακόμη πάρα πολύ πίσω από τις πραγματικές ανάγκες της συγκυρίας.

Ο μόνος πραγματικός τόπος όπου μπορούμε να αντιληφθούμε πρακτικά τη δυνατότητα σύνθεσης αυτών των δύο κόσμων είναι η διαδικασία γέννησης ενός προϊόντος εναλλακτικού στο κυρίαρχο. Ξεκινώ να μιλώ περιστρεφόμενος γύρω από μία σημασία, αυτήν του προϊόντος, με όρους δηλαδή «αγοράς», μια και αυτή η σημασία συμπυκνώνει το εμπράγματο καταστάλαγμα μυριάδων σχέσεων αλληλεξάρτησης, σχέσεων παραγωγής ή εξουσίας, αν θέλετε.

Το να τολμάς να μιλάς για προϊόν εναλλακτικό στο κυρίαρχο, στο μαζικό βιομηχανικό των καιρών μας δηλαδή, σημαίνει ότι βλέπεις και πιστεύεις, από τη γνώση και την πείρα σου, ότι είναι κάτι το εφικτό, βλέπεις, δηλαδή, εφικτή στις σημερινές συνθήκες τη συγκρότηση σχέσεων εναλλακτικών στις κυρίαρχες.

Πιστεύοντας λοιπόν ακράδαντα σε μια τέτοια δυνατότητα, ερχόμαστε να διατυπώσουμε εδώ σκέψεις για τις πρωτοβουλίες που θα έπρεπε να ληφθούν προκειμένου αυτή η δυνατότητα να μετεξελιχτεί σε ακμαία πραγματικότητα. 
Οι πρωτοβουλίες αφορούν τόσο τη σφαίρα της σκέψης και της θεωρίας, όσο και τη σφαίρα της πρακτικής. Πρόκειται για ένα ζήτημα και ένα πρόταγμα κατ’ εξοχήν πολιτικό με την πιο πλούσια σημασία της λέξης, ζήτημα και πρόταγμα που είτε θέτει σοβαρά η κοινωνία σαν σύνολο, είτε δεν τίθεται παρά στο περιθώριο της τρέχουσας πραγματικότητας.

Πριν μιλήσουμε όμως για το «τι πρέπει να κάνουμε», ας πούμε δύο λόγια για τα δύο δυναμικά πεδία, τις δεξαμενές, από τις οποίες οφείλουμε να αντλήσουμε προκειμένου να «δυνηθούμε διά να κάνουμε».

Πρώτη δεξαμενή: ο ιστορικός τεχνικός μας πολιτισμός

Τι άραγε σημαίνει πιο συγκεκριμένα; Ποια ιστορική διαδικασία του προσδίδει πραγματική υπόσταση; Θα λέγαμε, προκαλώντας κάποια ισχυρά μας στερεότυπα, όλοι εκείνοι οι τεχνικοί τρόποι που θεωρούσαμε έως και τη δεκαετία του ’60 τη βασική αιτία της σύγχρονης δυστυχίας μας, επειδή δήθεν επιβράδυναν τη συμμετοχή μας στο φαινόμενο της βιομηχανικής επανάστασης. Αυτό το σημάδι «δυστυχίας» μας, με όρους του χθες, συνιστά το κύριο στοιχείο αισιοδοξίας μας για το σήμερα και το αύριο. Την αισιοδοξία μας σήμερα τροφοδοτούν όλα εκείνα που απέτρεψαν τη σύγχρονη καπιταλιστική μας ολοκλήρωση, όλα εκείνα, δηλαδή, που επιτρέπουν σε προ καπιταλιστικες σχέσεις και τρόπους να επιβιώνουν ακόμη σε αυτό τον τόπο. Όλα αυτά συνιστούν θετικές δεξαμενές εμπειρίας σκέψης και πρακτικής για τη γέννηση της όποιας αληθινής καινοτομίας, στα πλαίσια του αναδυόμενου νέου παραγωγικού τοπίου διεθνώς, τοπίου που άστοχα αποκαλούμε μεταβιομηχανικό, μια και, παρά τις επάλληλες τεχνολογικές επαναστάσεις, υπερκυριαρχείται ακόμη από το βιομηχανικό αυταρχικό πρότυπο. 

Σε αυτό το τοπίο επισυμβαίνει σήμερα μια πλήρης αντιστροφή. Αναδύεται η δυνατότητα γέννησης του μεγάλου από το μικρό, ή του διεθνούς από το τοπικό και όχι αντίστροφα. Είναι σήμερα εφικτός όσο ποτέ «αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας».

Πού τώρα κατοικεί αυτός ο τεχνικός πολιτισμός; Είναι αδύνατον να αντιληφθούμε, άρα και να προσδιορίσουμε με σαφήνεια τον όποιο τόπο του, αν δεν μοχλεύσουμε δύο τουλάχιστον παράλληλα πεδία.
Το πρώτο αφορά στην ιστορική σκέψη και συνείδηση του ότι αυτός ο τόπος υπήρξε ο πρώτος που βίωσε στο πετσί του με οδυνηρό τρόπο τη δυτική αποικιοκρατία, πάει να πει τον κύριο γεννήτορα του σύγχρονου καπιταλισμού, εδώ και χίλια χρόνια. Ένα σύγχρονο λαϊκό τραγούδι το περιγράφει με απαστράπτοντα απλό και ανάγλυφο τρόπο:

Στον ουρανό που κάναμε ταβάνι
δε βλέπουμε τις νύχτες ξαστεριά
κουρσάροι, Φράγκοι, Βενετσιάνοι
μας πούλησαν για γρόσια και φλουριά
Στην Τροία μεγαλώνουνε τα στάχυα
και στην Αγιάσο σε μιαν έρμη εκκλησιά
ζωγράφισε ο Θεόφιλος με αίμα
το χάρο να φοράει θαλασσιά
Σε ποιον άλλον τόπο, άραγε, ο χάρος «φοράει θαλασσιά»;


Το δεύτερο πεδίο, άμεση συνέπεια του πρώτου, είναι το πεδίο της βιωματικής σχέσης, συγκεκριμένης, απτής και αληθινής, με τη μεταποιητική διαδικασία στον τόπο μας. Πράγματα τα οποία, για τους μη μυημένους, φαντάζουν βουνά αδιαπέραστα στη σύλληψη και την πράξη, για εκείνους που ασκούν το άθλημα «εν τοις πράγμασι», για τους πραγματικούς δηλαδή παραγωγούς αυτού του τόπου, συνιστούν τόπους ανδραγαθημάτων. Ο σκληρός αγώνας επιβίωσης, στα πλαίσια μιας βάρβαρης συνθήκης διαχρονικής εξάρτησης, η ίδια η ανάγκη, δηλαδή, οδήγησε σε ένα θαυμαστό και μοναδικό ίσως ιστορικά παράδειγμα ανάδειξης δεξιοτήτων μέσω της σύνθεσης λαϊκής και λόγιας τεχνικής γνώσης.

Την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή που στην ευρύτερη Δύση οι βαρβαρότητες ενός τεϋλορισμού, σαν σύλληψη στην αρχή, και ενός φορντισμού σαν πρακτική στη συνέχεια, ανήγαγαν τη μαστορική στον υπ’ αριθ. ένα κίνδυνο- εχθρό της βιομηχανικής-δες καπιταλιστικής- ανάπτυξης, στον τόπο μας, παρήχθη έργο θαυμαστό, μέσα από μια αγαστή και ομότιμη σχέση των επιστημόνων τεχνικών μας με τους «λαϊκούς» τεχνίτες, μοναδικούς φορείς μια βουβής, αλλά μεστής σε αποτελεσματικότητα σωρευμένης γνώσης αιώνων. Τα υπαρκτά τεκμήρια αυτού του έργου είναι αναρίθμητα. Εκεί και μόνο εκεί, στο λαϊκό σώμα, δηλαδή, αυτού του τόπου, σώμα που δεν εγγράφεται σε σχήματα ταξικών διαφορών και τις υπερβαίνει, στο ήθος και το μεγαλείο του, κατοικεί ο ιδιαίτερος τεχνικός μας πολιτισμός.

Μιλάμε συχνά για το μεγαλείο του έργου της γενιάς του ’30 ή του ’60, και αρνούμαστε να δούμε πως στις αντίστοιχες περιόδους αναπτύσσεται μια παράλληλη παραγωγικη εποποιία την οποία αποσιωπούμε και υποτιμούμε. Γιατί άραγε;Μήπως γιατί είναι παντελώς ασύμβατη με το υπερκυρίαρχο στα μυαλά μας δυτικό πρότυπο, το τέρας δηλαδή της δυτικής βιομηχανικής επανάστασης; Οφείλουμε να ξαναδούμε την πρόσφατη παραγωγική μας ιστορία και να ξανασκεφτούμε πολύ σοβαρά πάνω στα τι και τα γιατί της.

Αυτός ο λαϊκός τεχνικός πολιτισμός συνιστά το προϊόν μιας εμπράγματης αντίστασης στους εκατοντάδες εισβολείς και παραχαράκτες του ανά τους αιώνες. Τον χαρακτηρίζει μια θεϊκή δύναμη δημιουργικής αφομοίωσης και σοφής ένταξης του κάθε εισαγόμενου είδους στις ανάγκες και επιθυμίες της ιδιαίτερης δικής του «οικονομίας». Αυτή η κληρονομιά συνιστά και τον υπέρτατο πλούτο μας, τον οποίο και οφείλουμε να διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού, ως είδος μονάκριβο, πέρα και πάνω από οτιδήποτε άλλο.

Για αυτή την απέραντη πηγή ουσιαστικής και αξιοποιήσιμης ενδογενούς γνώσης δεν μιλά κανείς σήμερα και ιδιαίτερα η επίσημη αριστερά. Αντίθετα την προσπερνά, την παραχαράσσει, την υποτιμά, ή την καθηλώνει με τον άθλιο τεχνικό όρο «άρρητη» γνώση, όρο που ακυρώνει μια ιστορική ποιότητα, αναγάγοντάς την σε αναλώσιμη μετρήσιμη ποσότητα, απονευρώνοντάς την από την όποια πολιτική της υπόσταση και δυναμική, τις νικητήριες δηλαδή συνθήκες που τη γέννησαν.

Δεύτερη δεξαμενή: η νέα γενιά του τόπου

Το ότι γαλουχήθηκε σε ένα ιδιόρρυθμο αγροτικό και όχι σε ένα ολοκληρωμένο αστικό-βιομηχανικό περιβάλλον συνιστά το ύψιστο πλεονέκτημά της. Ας αναλογιστούμε κάποτε πάνω στη βαρύνουσα ταυτοτική διαφορά που προκύπτει από αυτό το «ατύχημα» της ιστορίας. Είναι κάτι σαν τις «σκουληκότρυπες» στο σύμπαν, που γεφυρώνουν χαώδεις αποστάσεις, υπερβαίνοντας την ταχύτητα του φωτός.

Η κατάρα της ψηφιακής επανάστασης, σαφέστατη συνέχεια εκείνης της ίδιας της βιομηχανικής, είναι η υποκατάσταση του πραγματικού κόσμου από μια έντεχνα κατασκευασμένη προσομοίωσή του. Πρόκειται για το δίδυμο αδερφάκι της κυρίαρχης πλασματικής- χρηματοπιστωτικής οικονομίας των ημερών μας. Στα πλαίσια αυτής της διάχυτης παντού καπιταλιστικής συνθήκης, ο υπερκαθορισμός του πραγματικού από το εικονικό προκαλεί γενικευμένη αναπηρία. Τα παραγωγικά υποκείμενα, όσο αποκτούν υπεροπλία στην προσομοίωση του πραγματικού, τόσο χάνουν στη βιωματική σχέση μαζί του. Μειώνονται έτσι δραματικά οι δημιουργικές τους ικανότητες, επί αυτού καθεαυτού του πεδίου του πραγματικού.

Αυτή η κατάρα κατατρέχει και την πλειοψηφία της δικής μας νέας γενιάς. Μοναδική εξαίρεση συνιστούν εκείνοι που έχουν απτή, συνήθως οικογενειακής παράδοσης, εμπλοκή με σύγχρονες μεταποιητικές δραστηριότητες. Αυτοί οι νέοι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την πανεπιστημιακή ή όχι μόρφωσή τους, παρουσιάζουν εξαιρετική αντίληψη και δεξιότητες, λες και συνεργάζονται μέσα τους αρμονικά δύο διαφορετικοί μεταποιητικοί τρόποι, εκείνος της μαστορικής με εκείνον της ψηφιακής κατασκευής. 

Αυτή η σύγχρονη, υγιής, δυναμική, μειοψηφία, στηρίζει την όποια παραγωγική υπόσταση της χώρας, την ίδια στιγμή που ξένα κέντρα επιχειρούν να την απονευρώσουν, αφομοιώνοντάς την στις δικές τους στρατηγικές. Εντάσσοντάς τη στις δικές τους αλυσίδες αξίας, αποτρέπουν κάθε δυνατότητά της να συγκροτήσει δικό της προϊόν. 
Αν αυτό το υπαρκτό παραγωγικό δυναμικό απελευθερωθεί από τον ρόλο του υποκατασκευαστή, εμπνευστεί και στηριχτεί από την κοινωνία στη στρατηγική ενός εθνικού παραγωγικού σχεδίου, είναι σε θέση να λειτουργήσει ως ατμομηχανή για την ευρύτερη ανασυγκρότηση της χώρας. 
Είναι αδύνατο να συμβεί χωρίς το απτό όραμα ενός ενδογενούς παραγωγικού μοντέλου. Αυτό, με τη σειρά του, προϋποθέτει την σκιαγράφηση ενός εναλλακτικού προϊόντος με σαφή χαρακτηριστικά, που θα το διαφοροποιούν ουσιαστικά από το κυρίαρχο, δηλαδή το μαζικό βιομηχανικό προϊόν.

Ας επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε τα κύρια χαρακτηριστικά ενός τέτοιου προϊόντος:

α) Θα απαντά σε συγκεκριμένες ανάγκες αληθινών ανθρώπων και όχι σε αφηρημένες τυπικών ομάδων καταναλωτών.

β) Θα συλλαμβάνεται σαν ιδέα επίλυσης όχι τυπικών, αλλά συγκεκριμένων σε τόπο και χρόνο αναγκών, από τα κάτω, από τον τελικό αποδέκτη, μέσω ενός δικτύου σχέσεων στις οποίες αυτός συμμετέχει ουσιαστικά, επαναδιεκδικώντας τον ρόλο του παραγωγού.

γ) Αυτό το νέου τύπου προϊόν θα είναι συμπλέγματα παραμετρικά σχεδιασμένων προϊόντων, που μεταμορφώνονται διαδραστικά στο πέρασμα του χρόνου. 
Από τον ίδιο τον σχεδιασμό τους θα «λειτουργούν» ως τόποι «υποδοχής», «σύνθεσης» και ενσωμάτωσης επιμέρους προϊόντων που απαντούν σε επιμέρους ανάγκες «φυσικές» ή «ψηφιακές». 
Ένα προϊόν, τελικός πυκνωτής αλληλοσυμπληρούμενων δραστηριοτήτων ενός ευρύτατου φάσματος, σχεδιαστών, κατασκευαστών και χρηστών. Καταστάλαγμα ενός ανοικτού συμμετοχικού τρόπου σχεδιασμού και κατασκευής πραγμάτων του ευρύτερού μας περιβάλλοντος, που γεννά συλλογική γνώση και πείρα, τοπική και υπερτοπική.
  • Θα παράγεται με τη χρήση όλων των διαθέσιμων ιστορικά τρόπων μεταποίησης. Προκειμένου να διαθέτει μεγάλη ενδογενώς προστιθέμενη αξία, το βάρος και το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα θα προσδίδεται από το χειροποίητο, το μηχανουργικό και το ψηφιακό σκέλος, με το βιομηχανικό να περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα. 
Μια τέτοια διαδικασία διεκδικεί μια ριζική μεταστροφή στις υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις, στην υπόσταση και το ρόλο της εργασίας. Η τόνωση της μαστορικής, παράλληλα με την ψηφιακή κατασκευή, έρχεται να υποστηρίξει ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο, στο οποίο ο βιομηχανικός εργάτης και η μισθωτή εξαρτημένη εργασία υποχωρούν σταδιακά, για να δώσουν τη θέση τους σε κοινότητες μικρών ελεύθερων παραγωγών και επιστημόνων. 
Οφείλουμε να αναδείξουμε προϊόντα που χρειάζονται στ’ αλήθεια την ανθρώπινη εργασία, όχι απλώς σαν κοινωνικά αναγκαία απασχόληση, αλλά σαν αληθινά δημιουργική παρουσία, με αξία μεγαλύτερη από εκείνη της έξυπνης μηχανής. Μόνο μια τέτοια στρατηγική απαντά στο ζήτημα της ανεργίας με όρους αναγκαιότητας και όχι πολιτικής ευρεσιτεχνίας.
  • Θα παράγεται στην υπάρχουσα σχεδόν παραγωγική υποδομή με σοβαρές ψηφιακές και όχι χωρικές συγκεντρώσεις. Το περιβάλλον των μεγάλων πόλεων, η κατ’ εξοχήν μηχανή αναπαραγωγής του σημερινού παρασιτικού καθεστώτος σχεδόν απαγορεύει μια τέτοια γενεσιουργό διαδικασία. Απαιτείται η ριζική αποκέντρωση της χώρας και η επανακατοίκηση με σύγχρονους όρους των πιο μικρών οικιστικών πυρήνων της περιφέρειας.
  • Το παράγουν οι σύγχρονοι μικροί παραγωγοί, οι μηχανουργοί, οι εναπομείναντες πραγματικοί τεχνίτες και το επιστημονικό δυναμικό της χώρας. Αυτοί θα σηκώσουν άμεσα το βάρος ενός τέτοιου εγχειρήματος. Για αυτόν το λόγο πρέπει και να στηριχτούν αντίστοιχα από την κοινωνία, μια και θα επιτελέσουν έργο υπέρ της δικής της σοβαρής ωφέλειας.
  • Ένα τέτοιο προϊόν δεν συνιστά εγκεφαλικό κατασκεύασμα. Δεκάδες μικρές μονάδες σήμερα στην Ελλάδα της κρίσης ασκούν βουβά μια αξιοζήλευτη αντίστοιχη παραγωγική δραστηριότητα. Προσφέρουν με επιτυχία στη διεθνή αγορά ένα δύσκολο προϊόν, που δίνει λύσεις σε ειδικές ανάγκες, εκεί όπου αδυνατεί το προϊόν μαζικής παραγωγής. Συνδυάζουν ευέλικτες τεχνολογίες αιχμής με πρακτικές εφαρμογής υψηλής μαστορικής δεξιότητας. Αυτή η υπαρκτή πρακτική μπορεί να αναχθεί σε συστατικό στοιχείο μιας εθνικής στρατηγικής, οδηγώντας στη συγκρότηση ενός υποδειγματικού σύγχρονου προϊόντος, που υπερβαίνει το μαζικό προϊόν σε πολλαπλά επίπεδα. Με όρους τελικού προϊόντος ονοματίζουμε αυτήν τη διαδικασία «σχεδιασμένο, βιομηχανικό κατά παραγγελία προϊόν», συστεγάζοντας αντιφατικές διεργασίες και παραπέμποντας με σύγχρονους όρους στην οικεία εικόνα της ραφής «κατά παραγγελία» του κοστουμιού μας στον ράφτη μας. Αναφερόμαστε έτσι σε προϊόν «ανεπανάληπτο», που διαθέτει ταυτότητα, υψηλή αξία, συμμετοχικό σχεδιασμό, υψηλή τεχνολογία και «απτή» μαστορική εργασία. Ένα τέτοιο προϊόν αναστρέφει συνολικά τον παραγωγικό κύκλο σχεδιασμός-παραγωγή-κατανάλωση και καθιστά τον τελικό αποδέκτη, από αντικείμενο, σε κατ’ εξοχήν υποκείμενο της διαδικασίας.
Το κέντρο βάρους μετατίθεται από το πεδίο της διάθεσης στο πεδίο του σχεδιασμού και της μεταποίησης. Η διάθεση μεταλλάσσεται, από διαδικασία εύσχημης παραπλάνησης επί τη βάσει του τυπικού, σε τόπο συνδιαχείρησης του συγκεκριμένου. Το διαδίκτυο υπερκαλύπτει την «κεντρικότητα» του πολυκαταστήματος και το περιφερειακό «μπακάλικο» επαν-αναδύεται σαν αναδραστικός κόμβος μιας γενεσιουργού διαδικασίας ανάμεσα στον τελικό αποδέκτη, τον παραγωγό και τον σχεδιαστή, ανάμεσα στον φυσικό και τον ψηφιακό κόσμο.

Ένα τέτοιο προϊόν μπορεί κάλλιστα να διαθέτει συμβατότητα τόσο με την πολιτισμική -τεχνική ιδιοπροσωπία μας, όσο και με υπαρκτές ανάγκες της διεθνούς αγοράς. Αποτελεί την γενεσιουργό ιδέα ενός παραγωγικού μοντέλου στα μέτρα και την κλίμακα του τόπου μας, που μπορεί κάλλιστα να τον στηρίξει στα πόδια του.

Πρόκειται για ένα τοπικό παράδειγμα, που διαθέτει τα προσόντα υποδείγματος με διεθνή αξία.

Μια από κοινού δράση μιας ευφυούς κατασκευαστικής τεχνολογίας με τη μαστορική, δύο απόλυτα αντιφατικών μεταξύ τους τρόπων, μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά και λυτρωτικά και για τους δύο, με τον ένα να καλύπτει τα κενά και τις αδυναμίες του άλλου. Η σύγχρονη κατασκευαστική τεχνολογία, με τον υψηλό δείκτη προσαρμοστικότητας που διαθέτει, τεχνικά το επιτρέπει. Η ουσιαστική αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και της βαρβαρότητας των ημερών μας κοινωνικά το επιβάλλει.

Στα πλαίσια ενός τέτοιου οράματος, το ζήτημα μιας ενδογενούς παραγωγικής ανασυγκρότησης, της μοναδικής που αφορά στη χώρα και τον λαό της, συνιστά μια δύσκολη αλλά όχι αδύνατη ύψιστη σύνθεση δύο φαινομενικά απόλυτα αντιδιαμετρικών κόσμων.
Εκείνου μιας ενδογενούς, ιστορικής, τοπικής, «λαϊκής» τεχνογνωσίας, που εδράζεται σε αδήλωτα συνθετικά εμπειρικά ποιοτικά μεγέθη και έχει πεδίο εφαρμογής το τοπικό και συγκεκριμένο.

Με εκείνον μιας γνώσης επιστημονικής, που εδράζεται σε αναλυτικά και μετρήσιμα ποσοτικά μεγέθη, και έχει κανονιστική εφαρμογή στο αφηρημένο σε διεθνές επίπεδο.

Το σπέρμα αυτής της σύνθεσης ενυπάρχει στην τοπική μας πραγματικότητα και επαφίεται σε μας να το επωάσουμε, συγκροτώντας το σε σαφές και διακριτό παραγωγικό αντικείμενο. Δεν θα αναδυθεί σε υπαρκτή οντότητα από τα πράγματα και από μόνο του, αν εμείς με σχέδιο και κόπο δεν το επιδιώξουμε.

* * *

Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε προκειμένου ένα τέτοιο όραμα να μεταλλαχτεί σε σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας;

Σε θεωρητικό επίπεδο, οφείλουμε να αναπτύξουμε και εμπλουτίσουμε τα εργαλεία μας, τα οποία είναι σήμερα απελπιστικά φτωχά. Η παραγωγική μας ιστορία έχει μελετηθεί στρεβλά και μόνο υπό τη σκοπιά του κυριάρχου δυτικού βιομηχανικού προτύπου. Αυτές οι μελέτες ακυρώνουν τα ιδιαίτερα δυναμικά της χαρακτηριστικά, αναγάγοντάς τα σε δήθεν αδυναμίες σύμπλευσης με τα κυρίαρχα διεθνώς πρότυπα. Αντιστεκόμενοι στις άναρθρες και άσχετες με τον τόπο μεταρρυθμιστικές ιαχές, οφείλουμε να τεκμηριώσουμε τον πλούτο του τεχνικού μας πολιτισμού και να διατυπώσουμε με σαφήνεια τα ιδιαίτερα ταυτοτικά του χαρακτηριστικά. Είναι παντελώς αδύνατο αυτό να επισυμβεί χωρίς ένα ρηξικέλευθο και τεκμηριωμένο βλέμμα στην ιστορία μας, απώτερη μήτρα της ταυτότητάς μας.

Σε πρακτικό επίπεδο. Πρώτα και πάνω από όλα πρέπει να κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να ευαισθητοποιηθεί η κοινωνία και να αντιληφθεί το ζήτημα σαν κατ’ εξοχήν δικό της. 
Πιο συγκεκριμένα:

1. Οφείλουμε να διασώσουμε με κάθε κόστος τόσο το ανθρώπινο τεχνικό δυναμικό που έχει απομείνει, όσο και τα υλοποιημένα τεκμήρια του έργου του. Χωρίς την ουσιαστική συνδρομή του λαϊκού τεχνικού παράγοντα, εναλλακτικό ενδογενές παραγωγικό μοντέλο δεν υφίσταται. Αν αυτοί χαθούν, θα έχουν χαθεί σχεδόν τα πάντα που συνιστούν την όποια δυναμική μας ταυτότητα, η ανεκτίμητη παράδοση, δηλαδή, μιας ομότιμης συλλειτουργίας στον τόπο μας, επί αιώνες, της λαϊκής με τη λόγια γνώση. Αυτή γέννησε την όποια παρακαταθήκη μάς έχει παραδοθεί, αυτή είναι η μόνη που μπορεί να στηρίξει τη σημερινή μας προσπάθεια. 
Χιλιάδες αξιόλογοι τεχνίτες, σε όλους τους κλάδους της μεταποίησης, κουβαλούν γνώσεις μυστικές, που κινδυνεύουν να χαθούν μαζί με τη φυσική τους παρουσία. Είναι ανάγκη να διασωθούν όχι σαν μουσειακό είδος, αλλά σαν ζωντανός οργανισμός σε πλήρη λειτουργία. Πώς; Πρώτο και άμεσο, με εργασία και κίνητρα για τη χειμάζουσα τέχνη τους. Δεύτερο, με ανάδειξη αυτής της γνώσης σε συστατικό στοιχείο της εκπαίδευσης σε όλες της βαθμίδες της.
Πρέπει να βρεθούν τρόποι αυτή η γνώση να εμπλουτίσει τα εργαστήρια των πανεπιστημίων μας. Αντίπαλο θα βρούμε το πανεπιστημιακό κατεστημένο ανεξαρτήτως πολιτικής απόχρωσης. Το σύγχρονο πανεπιστήμιο οφείλει να γίνει ο πυρήνας μιας πλατφόρμας-μήτρας ενός ενδογενούς «engineering». Μόνο τότε θα συγκροτηθεί μια νέα γενιά, γαλουχημένη με μια δυναμική εγχώρια τεχνογνωσία.

2. Οφείλουμε να αλλάξουμε ριζικά νοοτροπία και να επαναξιολογήσουμε τη σημασία της κάθε ουσιαστικής μικρής παραγωγικής δραστηριότητας στον τόπο, ασήμαντης με όρους μεγεθών και ανάπτυξης. Όλες αυτές οι μικρές πολυτιμότητες συνιστούν τις μονάκριβες ψηφίδες της ταυτότητας του πλούτου μας, το πρωτογενές υλικό μιας ενδογενούς παραγωγικής ανασυγκρότησης.

3. Οφείλουμε να αναδείξουμε τους παραγωγούς στο προσκήνιο, δίνοντάς τους ρόλο πρωταγωνιστή. Είναι αδύνατον, αν δεν υπερβούμε αριστερά στερεότυπα και δεν αντιληφτούμε ένα μικροϊδιοκτητικό μοντέλο κοινωνικής συγκρότησης σαν δημοκρατική διέξοδο στον διεθνή, απρόσωπο αυταρχισμό. Η ιστορική εμπειρία του τόπου στον κοινοτισμό, παρά την άγρια πολεμική που έχει υποστεί από συστάσεως του σύγχρονου ελληνικού κράτους, συνιστά μια σοβαρή παρακαταθήκη σκέψης και πράξης. 
Ο μικρομεσαίος μεταποιητικός χώρος θα μπορούσε να αποτελέσει τη σοβαρή βάση για μια επανεκκίνηση, εφόσον υπερβεί ζητήματα: συνεργασίας στο εσωτερικό του και δικαιολογημένης καχυποψίας απέναντι στην επιστημονική κοινότητα. Τα ζητήματα αυτά δεν θα υπερπηδηθούν από μόνα τους και αυτόματα και προπαντός δεν θα υπερπηδηθούν παρά στην πράξη.

4. Οφείλουμε να αναπτύξουμε διαδικτυακές πλατφόρμες εφαρμογής, σαν τόπους εκκόλαψης νέων προϊοντικών μορφών. Το κρίσιμο μέγεθος, προκειμένου να γεννηθεί προϊόν, είναι η συνεργασία των επιμέρους συντελεστών. Εκεί θα κριθεί η βιωσιμότητα όλων αυτών των εγχειρημάτων. 
Χωρίς αυτό το μέγεθος που προϋποθέτει ήθος και δημοκρατική λειτουργία, τα σχέδια ή θα μείνουν επί χάρτου, ή θα υλοποιηθούν με το κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο, χωρίς να αλλάξει τίποτε απολύτως. Ας δούμε το έργο των διαφόρων επενδυτών, κυνηγών της περίφημης καινοτομίας στην Ελλάδα της κρίσης. Πέρα από ευκαιρίες σε ελαχιστότατα νέα άτομα, δεν έχουν να προσφέρουν το παραμικρό στη χώρα και τον λαό της.
Τα προϊόντα αυτά οφείλουν να δοκιμάσουν τις αντοχές τους στην ελληνική και διεθνή αγορά διεκδικώντας, σαν εναλλακτικός τρόπος, το όποιο ιδιωτικό ή δημόσιο έργο επιζητά υλοποίηση, απαντώντας με καινοτομικούς τρόπους σε υπαρκτά ζητήματα. Πρότυπες τέτοιες πρακτικές οφείλουν να δημοσιοποιούνται ευρύτατα, να σχολιάζονται, να αξιολογούνται και να αποτιμάται η δυνατότητα εφαρμογής τους.

5. Οφείλουμε να αξιοποιήσουμε την όποια ευκαιρία προκειμένου να δοκιμάσουμε στην πράξη έναν εναλλακτικό τρόπο σκέψης και πρακτικής. Οφείλουμε, ο καθένας μας, στο όποιο μικρό ή μεγάλο πεδίο εφαρμογής διαθέτει, να επιχειρεί μια υλοποίηση με τρόπο εναλλακτικό στον κυρίαρχο. Αυτά τα μικρά, αλλά απτά βήματα, έχουν μεγάλη αξία, γιατί συγκροτούν σχέσεις και δυνατότητες που ανοίγουν ρωγμές στο σημερινό καθεστώς.

6. Δεν υπάρχουν θαυματοποιοί και τρόποι μαγικοί. Ένα άλλο κράτος θα μπορούσε να υποστηρίξει λύσεις, δεν θα μπορούσε όμως ποτέ να τις γεννήσει. Τα πάντα επαφίενται στο πάθος, την υπομονή και την επιμονή μας. Έτσι κι αλλιώς, προϋποθέτουν συναίσθηση της ανάγκης για σκληρή και συγκεκριμένη εργασία και προσπάθεια. Κανείς δεν θα μας χαρίσει τίποτε. Δεν υπάρχουν σήμερα οι υλικοί οροί για τη νεκρανάσταση του οποιουδήποτε κεϋνσιανισμού που θα μας σώσει. 


Εν κατακλείδι:

Το όραμα για μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση προϋποθέτει μια στρατηγική συμμαχία της μαστορικής με την ψηφιακή κατασκευή. Η παντοκρατορία του μικρού και το σχεδιασμένο βιομηχανικό κατά παραγγελία προϊόν συνιστούν τα συνθήματά του.




από το Άρδην τ. 99 

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Δασικοί χάρτες και αυθαίρετα

Οικιστικές πυκνώσεις στους δασικούς χάρτες


Μονόδρομος για να προστατευτεί το περιβάλλον και το συνταγματικό δίκαιο

Η εγκληματική αδράνεια όλων των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, μετά τη μεταπολίτευση οδήγησαν σε ένα εκρηκτικό καρκίνωμα, μέσα στην καρδιά των δασών μας: 700.000 περίπου ακίνητα, σε αυθαίρετες οικιστικές πυκνώσεις, κατακερματίζουν τα δάση μας, κυρίως μάλιστα τα περιαστικά.

Οι προηγούμενες κυβερνήσεις όχι μόνο δεν προσπάθησαν να σταματήσουν το φαινόμενο, αλλά αντίθετα το αξιοποίησαν για άγρα ψήφων. Γενιές και γενιές πολιτικών έκαναν καριέρες με την υπόσχεση να νομιμοποιήσουν την αυθαιρεσία ή τουλάχιστον να κάνουν τα στραβά μάτια.

Ταυτόχρονα αναπτύχθηκε και η οικονομική διαφθορά: 3.000-5.000 € καταγγέλλεται ότι άξιζε μία ευνοϊκή πράξη χαρακτηρισμού, εάν κάποιος επίορκος υπάλληλος βάφτιζε μία ιδιοκτησία «μη δασικό αγροτεμάχιο», όταν όλες οι γύρω ιδιοκτησίες χαρακτηρίζονταν ως δασικές. 

Έτσι έχουμε το τραγικό φαινόμενο, στην ίδια ακριβώς γεωγραφική περιοχή, να έχουμε ανακατεμένες άναρχα κατοικίες, που άλλες έχουν κηρυχθεί αμετάκλητα κατεδαφιστέες και άλλες έχουν νομιμοποιηθεί. Φυσικά γύρω από αυτές τις κατοικίες έχουν φτιαχτεί δρόμοι, λειτουργούν δίκτυα, που θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν, ακόμα και εάν κατεδαφιστούν κάποια κτίσματα.

Συνήθως τελικά, τα κριτήρια για το εάν μία ιδιοκτησία είναι δασική ή όχι δεν ήταν η επιστήμη της δασολογίας, αλλά η πελατειακή πολιτική εξάρτηση και η διαφθορά. Και αυτό συνεχίστηκε για δεκαετίες, δημιουργώντας ένα εφιαλτικό ανακάτεμα δασικών και μη δασικών ιδιοκτησιών. 

Πιο χαρακτηριστική περίπτωση, που έφτασε μέχρι την ανεξάρτητη αρχή κατά της διαφθοράς, είναι μία έκταση στην Αττική: ο ίδιος ακριβώς υπάλληλος, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ίδια ακριβώς έγγραφα, την χαρακτήρισε σε διάστημα λίγων ετών την μία φορά δασική και την άλλη αγροτική!

Και εδώ υπάρχει μία καθοριστική λεπτομέρεια: Το ΣτΕ ήταν αδύνατον να παρέμβει σε αυτό το έγκλημα αποχαρακτηρισμών, για έναν πολύ απλό λόγο: 

⇒ Εάν κάποιος λάδωνε έναν επίορκο υπάλληλο και κατάφερνε να χαρακτηριστεί η ιδιοκτησία του ως «ΜΗ ΔΑΣΙΚΗ», κανένας περίοικος δεν ανακινούσε την υπόθεση, οπότε δεν έφτανε ποτέ στην δικαιοσύνη: Χιλιάδες ιδιοκτησίες πήραν ευνοϊκό για τα συμφέροντα του ιδιοκτήτη χαρακτηρισμό, χωρίς να ελεγχθούν από καμία δικαστική διαδικασία.

⇒ Μόνο όταν η πράξη χαρακτηρισμού ήταν αρνητική για τον ιδιοκτήτη είχαμε ενδεχόμενη προσφυγή στην δικαιοσύνη.

Έτσι καταλήξαμε στην σημερινή πραγματικότητα, στην οποία μπαίνει και ένας τελευταίος παράγοντας: Η πολιτεία εκ των υστέρων ρυμοτόμησε πόλεις ολόκληρες που ήταν κάποτε δάση. Ολόκληρη η Γλυφάδα, η Νέα Ιωνία, ο Περισσός και άλλες πόλεις ήταν κάποτε δάση. Το ΣτΕ επικυρώνοντάς τα ρυμοτομικά νομιμοποίησε εκ των υστέρων καταπατήσεις και εκχερσώσεις. Αυτή η πρακτική έδινε κουράγιο στους οικιστές, ότι θα έρθει η σειρά τους και θα μπορούσαν να ζήσουν νόμιμα.
Αυτή η ζοφερή πραγματικότητα έφτασε κάποια στιγμή στο επέκεινα:
  • Σειρά δικαστικών αποφάσεων έβαλε φρένο στις υποσχέσεις για περαιτέρω νομιμοποιήσεις. Η μόνη ελπίδα του πελατειακού καθεστώτος, ήταν πλέον η κωλυσιεργία στην ανάρτηση και την κύρωση δασικών χαρτών.
  • Την ίδια στιγμή αυτή η καθυστέρηση έγινε βρόχος στην οικονομική ανάπτυξη: Όποιος επενδυτής, αγρότης, βιοτέχνης, προσπαθούσε με νόμιμο τρόπο να πάρει μία άδεια παραγωγικής μονάδας κόλλαγε για μήνες ή και χρόνια στην στις γραφειοκρατικές αντιφάσεις του φαύλου καθεστώτος, για το τι είναι και τι δεν είναι δάσος. Ιδιαίτερα οι ξένοι επενδυτές, που δεν ήταν εξοικειωμένοι στα «γρηγορόσημα», έφευγαν τρέχοντας  αηδιασμένοι!
  • Τέλος οι ίδιοι οι οικιστές, παρακαλούν να λήξει η ομηρία τους: «Ας αποφασίσει η πολιτεία επιτέλους! Πληρώνουμε φόρους για μια περιουσία του πατέρα μας ή του παππού μας και δεν ξέρουμε εάν μας ανήκει»! 
Πώς όμως μπορεί να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος; Οι εναλλακτικές δεν είναι απεριόριστες:
  • Πρώτο ενδεχόμενο να χάσουν τον δασικό τους χαρακτήρα όλοι οι αυθαίρετοι οικισμοί και να μπουν σε διαδικασία ρυμοτόμησης.
  • Δεύτερο ενδεχόμενη να αναρτηθούν οι χάρτες και να κληθούν όλοι οι ιδιοκτήτες να προβάλουν αντιρρήσεις.
  • Τρίτη επιλογή είναι η λύση των οικιστικών πυκνώσεων, που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση μας.
Η πρώτη εκδοχή είναι πρόδηλα αντισυνταγματική, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έτσι ρυμοτομήθηκε η μισή Ελλάδα. 
Η δεύτερη εκδοχή μοιάζει περιβαλλοντικά ορθή. Εύκολα όμως αποδεικνύεται ότι όχι μόνον δεν προστατεύει το δάσος, αλλά αντίθετα συμβάλει στην καταστροφή του και στην διαιώνιση της σημερινής φαυλότητας:
  • Κατ’ αρχάς οι αντιρρήσεις θα γίνονται σε επίπεδο ιδιοκτησίας. Κανείς δεν αποκλείει το ενδεχόμενο επιορκίας, χρηματισμού ή πολιτικών πιέσεων. Αυτό σημαίνει ότι, όπως και στο παρελθόν, οι ευνοϊκές για τους ιδιοκτήτες αποφάσεις δεν θα κριθούν ποτέ σε ανώτερο επίπεδο, ούτε θα μετρηθεί το περιβαλλοντικό τους ισοζύγιο.
  • Οι αρνητικές για τους ιδιοκτήτες αποφάσεις, θα πάρουν τον δρόμο της τακτικής δικαιοσύνης. Ακόμα και εάν δεχθούμε την υπόθεση της απόλυτα αδέκαστης δικαιοσύνης, κανείς δεν αποκλείει ότι εκατοντάδες χιλιάδες υποθέσεις που βρίσκονται στην «γκρίζα ζώνη» θα αντιμετωπιστούν διαφορετικά από διαφορετικούς δικαστές.  Έτσι θα έχουμε το φαινόμενο, να έχουμε ανακατεμένα σπίτια κατεδαφιστέα με άλλα νομιμοποιημένα. Το τεράστιο πρόβλημα είναι ότι ο κάθε δικαστής θα κρίνει μία συγκεκριμένη ιδιοκτησία, χωρίς να τεθεί στην κρίση του η υπόλοιπη περιοχή και το συνολικό περιβαλλοντικό ισοζύγιο!
  • Σε κάθε περίπτωση η εκκρεμότητα θα κρατήσει για δεκαετίες. Πιθανά κάποια σπίτια θα κατεδαφίζονται, αλλά οι δρόμοι και τα άλλα γειτονικά σπίτια που είτε θα έχουν τακτοποιηθεί, είτε θα εκκρεμοδικούν, θα παραμένουν στην θέση τους. Καμία ολιστική ενέργεια δεν θα μπορεί να γίνει για αποκατάσταση της δασικής ενότητας.
  • Πέρα όμως από τον κίνδυνο, παρά τις όποιες κατεδαφίσεις, να ακυρωθεί η συνταγματική επιταγή για αποκατάσταση του δάσους, λόγω των τετελεσμένων νομιμοποιήσεων, υπάρχει η δεδομένη συνταγματική εκτροπή από την αδυναμία της πολιτείας να παράσχει ασφάλεια δικαίου και ενιαία αντιμετώπιση στον πολίτη: Τα «λυόμενα» της χούντας, οι «συνεταιρισμοί», που βολεύτηκαν στο πρόσφατο παρελθόν από το πελατειακό κράτος, οι μεμονωμένες περιπτώσεις που γλύτωσαν με λαδώματα, θα ορθώνονται μέσα στο δάσος και κάποιοι άλλοι θα βλέπουν το σπίτι τους να γκρεμίζεται, δίπλα σε δεκάδες άλλα που θα γλυτώνουν.
Τα παραπάνω προβλήματα μας οδήγησαν στην λύση του καθορισμού των οικιστικών πυκνώσεων και της συνολικής τους αντιμετώπισης:
  • Μία οικιστική πύκνωση δεν θα κριθεί σε ατομικό επίπεδο κάθε ιδιοκτήτη: Μία ενιαία επιτροπή θα καλέσει τους ενδιαφερόμενους να παρουσιάσουν τα έγγραφα τους και η υφιστάμενη πραγματικότητα θα εξεταστεί ως ενιαίο σύνολο.
  • Η επιτροπή θα εξετάσει συνολικά πόσα και ποια ακίνητα έχουν στοιχεία νομιμότητας και ποια όχι. Αυτό επιτρέπει στην επιτροπή να διαπιστώσει εάν κάποια περιοχή είναι αμετάκλητα οικιστική, επειδή η πλειονότητα των κατοικιών, έχουν ήδη τεκμήρια νομιμότητας, ή εάν το μεγαλύτερο τμήμα των κατοικιών δεν έχει εμπράγματα δικαιώματα και το δάσος μπορεί να αποκατασταθεί.
  • Η επιτροπή θα καταθέσει στο ΣτΕ σχέδιο Προεδρικού διατάγματος για ενδεχόμενη ρυμοτόμηση των περιοχών με νόμιμες κατοικίες και αντίστοιχα περιοχών με ολοκληρωμένες κατεδαφίσεις και αποκατάσταση του δάσους. Το σημαντικότερο: Η επιτροπή μπορεί να προτείνει τράπεζα γης, ώστε, σε περιοχή που μπορεί να αποκατασταθεί το δάσος, κάποιοι μεμονωμένοι ιδιοκτήτες νομιμοποιημένων ακινήτων, να πάρουν ισοδύναμη γη σε ρυμοτομητέες περιοχές.
  • Τα Προεδρικά Διατάγματα για την αντιμετώπιση των οικιστικών πυκνώσεων, θα έχουν περιβαλλοντικό ισοζύγιο, πράγμα αδύνατον στην περίπτωση των ατομικών αντιρρήσεων.
  • Στα Προεδρικά Διατάγματα το ΣτΕ γνωμοδοτεί υποχρεωτικά. Έτσι και το τελευταίο τετραγωνικό μέτρο δασικής έκτασης θα αντιμετωπιστεί με γνώμονα την προστασία του περιβάλλοντος και του δάσους, την ολιστική αντιμετώπιση και το συνολικό περιβαλλοντικό ισοζύγιο, πράγμα αδύνατον στις ατομικές αντιρρήσεις, όπου σε ανώτατο βαθμό, φθάνει ένα μικρό ποσοστό υποθέσεων, κυρίως όταν κάποιος ιδιοκτήτης έχει έννομο συμφέρον.
  • Τα Προεδρικά Διατάγματα απαιτούν 3-4 χρόνια για να συνταχθούν και να υπογραφούν. Όποιος έχει αντίρρηση εναντίον τους, οφείλει να προσφύγει κατ’ ευθείαν σε ανώτατο βαθμό, γνωρίζοντας ωστόσο ότι προσφεύγει στο ΣτΕ ...ενάντια στην γνωμοδότηση του ίδιου του ΣτΕ. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος είναι πολύ μικρότερος σε σχέση με τις ατομικές αντιρρήσεις που θα απασχολήσουν την τακτική δικαιοσύνη.

Συμπεράσματα

Η οικιστική ανάπτυξη μέσα στις δασικές εκτάσεις δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί με αφορισμούς και ευχολόγια. Η αυταπάτη ότι θα αντιμετωπιστεί με ατομικές αντιρρήσεις, μόνο ως στρουθοκαμηλισμός μπορεί να θεωρηθεί. Όσες και όσοι την υποστηρίζουν μόνο από δύο κίνητρα μπορούν να ορμώνται:

Είτε λόγω άγνοιας, υποθέτουν ότι 700.000 κατοικίες είναι όλες στο ίδιο νομικό καθεστώς και θα κατεδαφιστούν στο σύνολο τους, οπότε όλοι οι αυθαίρετοι οικισμοί θα εξαφανιστούν και θα ξαναγίνουν δάση. Όσοι έχουν αυτή την αυταπάτη, καλό είναι να διαβάσουν έναν δασικό χάρτη για να διαπιστώσουν τις δεκάδες διαφορετικές περιπτώσεις δόμησης που αξεδιάλυτα συνυπάρχουν στις οικιστικές πυκνώσεις. Πολλές από αυτές, συχνά οι περισσότερες, είναι τελεσίδικα νόμιμες και θα συνεχίσουν να υπάρχουν με το σύνολο της οδοποιίας και των δικτύων.

Είτε σκόπιμα υπονομεύουν την ανάρτηση των δασικών χαρτών, προσπαθώντας να την ακυρώσουν στην πράξη με την κατάθεση χιλιάδων αντιρρήσεων. Όσοι υπονομεύουν την μεταρρύθμιση, ελπίζοντας σε μία μελλοντική κυβέρνηση της ΝΔ, που θα αποκαταστήσει το πελατειακό τους καθεστώς, πλανώνται πλάνη οικτρά: Δεν θα τους κάνουμε το χατήρι.


*Ο Γιάννης Τσιρώνης είναι αναπληρωτής υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

πηγή  Εφημερίδα των Συντακτών

 


Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Dark Web δεν υπάρχει - υπάρχει μόνο προστασία της ιδιωτικής ζωής



Μαρία από osarena.net

Σκοτεινό Διαδίκτυο δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι προσπαθούν απλά να προστατευθούν από την παρακολούθηση και να προστατεύσουν την ιδιωτική τους ζωή. Είναι οι οικογένειες που προσπαθούν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από το να παρακολουθούν το κάθε τους κλικ στο διαδίκτυο. Το Διαδίκτυο είναι - θα έπρεπε να είναι - πηγή γνώσης και έρευνας, και όχι το μάτι του Big Brother.

Αυτά τόνισε την Παρασκευή (29 Ιουλίου 2017), στο DEF CON 25, το μεγαλύτερο και το πιο παλιό συνέδριο για hackers σε όλο τον κόσμο, ένας εκ των τριών ιδρυτών του Tor Project, ο Roger Dingledine, μιλώντας για το Dark Web γνωστό και ως Βαθύ ΔιαδίκτυοDeep Web ή Dark Net ή Deep Net ή Hidden Web), και προσπάθησε να διορθώσει κάποιες παρανοήσεις σχετικά με το δίκτυο ανωνυμοποίησης.

Σε καμία περίπτωση, ΔΕΝ είναι η διαδικτυακή "στέγη' εγκληματιών, όπως ισχυρίζονται μερικοί, παπαγαλίζοντας αυτά που τους καθοδηγούν να πουν και να επιβάλλουν στις συνειδήσεις των ανθρώπων.

Ο Roger Dingledine, άσκησε έντονη στους δημοσιογράφους που παρουσιάζουν το σύστημα προστασίας του ιδιωτικού απορρήτου (το Tor) ως κρησφύγετο των εμπόρων ναρκωτικών και των παιδεραστών. Θα πρέπει κάποτε να σταματήσει αυτή η προπαγάνδα πως το Tor το χρησιμοποιούν αποκλειστικά εγκληματίες για να διεισδύσουν ανώνυμα στο Dark Web προκειμένου να κρύβονται από τις αρχές.

Κι επειδή τα νούμερα λένε πάντα την αλήθεια, ας μιλήσουμε με αριθμούς.

Στην πραγματικότητα, επισήμανε ο Dingledine, μόνο το 3% των χρηστών του Tor συνδέονται με κρυφές υπηρεσίες (.onion), γεγονός που υποδηλώνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των χρηστών του δικτύου το χρησιμοποιούν για την ανώνυμη περιήγησή τους σε δημόσιους ιστότοπους για εντελώς νόμιμους σκοπούς. Και προφανώς το χρησιμοποιούν για να μην παρακολουθείται η καθημερινότητά τους από τις εκάστοτε ιστοσελίδες.

Με πολύ απλά λόγια και για να γίνει απόλυτα κατανοητό, οι χρήστες του Tor - από τους δημοσιογράφους έως τους ακτιβιστές αλλά και τους απλούς χρήστες - χρησιμοποιούν τον Tor για να αποκρύψουν την ταυτότητά τους από τους ιδιοκτήτες ιστοτόπων. Και, όπως είναι προφανές, μόνον υπόκοσμος δεν είναι όλοι αυτοί.

Ο Dingledine το πήγε μάλιστα ακόμα πιο μακριά, λέγοντας έφτασε μέχρι και να λέει ότι το Σκοτεινό Διαδίκτυο - ένας χώρος ιστοτόπων κρυμμένων μέσα σε δίκτυα όπως το Tor - είναι τόσο ασήμαντο, που μπορεί να μπορεί να μην ληφθεί καν υπ’ όψιν:

There is basically no dark web. It doesn’t exist.
It’s only a very few webpages.

δηλαδή:
Στην ουσία, δεν μπορούμε να μιλάμε για Σκοτεινό διαδίκτυο. Δεν υπάρχει.
Δεν είναι παρά μόνο πολύ λίγες ιστοσελίδες.

Τονίζοντας μάλιστα χαρακτηριστικά:
The most popular website visited by Tor users was Facebook, Dingledine said. In 2014 the ad giant embraced Tor, setting up a hidden service as a portal to its social network. Now over a million people log into Mark Zuckerberg's empire using the anonymizing network. It’s a tiny percentage of Facebook’s billion-plus user base, but very significant for a project like Tor, Dingledine said.

ελληνιστί:
Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι ο πιο δημοφιλής ιστότοπος που επισκέπτονται οι χρήστες Tor είναι το Facebook. Το 2014 ο γίγαντας των διαφημίσεων αγκάλιασε τον Tor, δημιουργώντας μια κρυμμένη υπηρεσία ως πύλη στο κοινωνικό του δίκτυο. Πλέον, πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι συνδέονται με την αυτοκρατορία του Mark Zuckerberg χρησιμοποιώντας το δίκτυο ανωνυμοποίησης Tor. Είναι βέβαια ένα μικρό ποσοστό της βάσης χρηστών του Facebook, δεδομένου ότι οι χρήστες του Facebook ξεπερνούν το ένα δισεκατομμύριο, αλλά είναι πολύ σημαντικό για ένα έργο όπως το Tor.  


Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια το υλικό που υπήρχε εκεί έχει χαθεί, τουλάχιστον τεράστιες ποσότητες αυτού. Ρόλο έπαιξε ασφαλώς και η εισβολή της NSA. Τώρα όλο το ζητούμενο είναι το κέρδος από τα χρήματα που κερδίζουν τα διάφορα «επικηρυγμένα» shops εκεί.
Είναι πάντως και αλήθεια το γεγονός πως, μετά την αναρρίχηση του Τραμπ στην εξουσία, ξεφύτρωσαν αρκετές σελίδες στο DW όπου έβγαζαν πολλά για το ποιόν του και τις επιχειρήσεις του και έτσι, σαν αποτέλεσμα, υπήρξε ξανά «πόδι» από την NSA.